Μουσουλμανοβουλευτικοί καυγάδες...
| 11 αφορμές για διάλογο ]


Χθες στην εκπομπή "Ζούγκλα" ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος έπαιξε ένα βίντεο που δείχνει τους μουσουλμάνους, υποψήφιους βουλευτές Ξάνθης ΠΑ.ΣΟ.Κ και Ν.Δ να κάνουν δηλώσεις Τουρκοφροσύνης.
Θέλω να ρωτήσω το εξής, θέλουμε ή δεν θέλουμε στο ελληνικό κοινοβούλιο να εκπροσωπούνται όλες οι εκφάνσεις της Ελληνικής κοινωνίας; Αν το θέλουμε πραγματικά τότε δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι καλεσμένοι της εκπομπής τα βάλανε με τους συγκεκριμένους μουσουλμάνους;
Θυμάμαι το 1998 όταν έκανα ένα οδοιπορικό στον Εχίνο Ξάνθης, για λογαριασμό του Αντ1. Ο Εχίνος είναι χωριό που στην πλειοψηφία του κατοικείται από Μουσουλμάνους Πομάκους. Ο, τότε, δήμαρχος όπως και η αντιπολίτευση του δήμου, μου δήλωναν με περηφάνια οτι είναι Τούρκοι.
Οι Πομάκοι της Ξάνθης είναι φυλή που κατάγεται από την σημερινή Βουλγαρία. Πριν από 50 χρόνια οι άνθρωποι αυτοί δήλωναν απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τότε, βέβαια, πολλά άλλαξαν. Αντί να τους κατηγορούμε προτιμότερο είναι να δούμε τα αίτια που τους οδήγησαν να μιλούν για τουρκική μειονότητα.
Πρώτον η αποξένωση. Μέχρι και πριν από μερικά χρόνια για να μπορέσεις να ανέβεις σε αυτά τα χωριά έπρεπε να έχεις άδεια από την Αστυνομία της Ξάνθης. Μια μπάρα φρουρούμενη από εθνοφύλακα, στη βόρεια έξοδο της πόλης, σου έκανε σαφές οτι είχαν τοποθετηθεί σύνορα εντός της ελληνικής επικράτειας.
Δεύτερον η εγκατάλειψη. Πενιχρές χρηματοδοτήσεις, μηδενική ανάπτυξη συνέθεσαν ένα σκηνικό εγκατάλειψης στον Εχίνο και τα γύρω χωριά. Φανταστείτε ότι εν έτη 1998 υπήρχαν ακόμα κάτοικοι της περιοχής που έφευγαν μετανάστες στην Γερμανία!
Τρίτον η έλλειψη πληροφόρησης. Πέρα από την Ερτ δεν έπιανε κανένα άλλο κανάλι. Στο ραδιόφωνο η μόνη συχνότητα που ανταποκρινόταν ήταν ενός σταθμού που μετέδιδε ειδήσεις στα τούρκικα και φήμες το ήθελαν να είναι χρηματοδοτούμενο από το Τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής.
Για πολλά χρόνια λοιπόν τα χωριά αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο εκτός από μια "τρύπα" στο χάρτη. Κανείς δεν μίλαγε για αυτά. Το κενό, λοιπόν, της δικής μας κρατικής αναισθησίας κάλυψαν πανέξυπνα οι Τούρκοι. Στάλθηκαν αρχικά δάσκαλοι της Τουρκικής γλώσσας, μεταλάμπαδευσαν την τουρκική ιστορία και νοοτροπία. Χορηγήθηκαν, κάτω από το τραπέζι τεράστια ποσα σαν βοήθεια στους κατοίκους. Επιχορηγήθηκαν ακόμα και τα τεράστια δορυφορικά πιάτα που μπορεί να δει κανείς, ακόμα, και στα πιο φτωχικά σπίτια των χωριών αυτών.
Και τι κάναμε εμείς γι' αυτό; Τίποτα απολύτως. Όλα τα κόμματα απλά προσπαθούν, ανεχόμενοι το γεγονός, να "τσιμπήσουν" κανένα ψήφο παραπάνω. Οι δημοσιογράφοι και οι πανελίστες τους, εκμεταλλεύονται τις εκάστοτε δηλώσεις τους, για να πάρουν καμιά παραπάνω μονάδα τηλεθέασης. Όσο για εμάς τους υπόλοιπους, ενώ τους αποκλείουμε κοινωνικά, χαρακτηρίζοντας τους "Τούρκους" στις μεταξύ μας συζητήσεις, το παίζουμε Ελληνάρες όταν ακούμε το ίδιο ακριβώς πράγμα από τα δικά τους χείλη...

11 αφορμές για διάλογο

Hades είπε... @ 25 Σεπτεμβρίου 2007 - 2:04 μ.μ.

Χμ, οι Πομάκοι είναι μια μεγάλη και πικραμένη ιστορία. Η εγκατάλειψη σε όλο της το μεγαλείο. Πάντως ούτε Τούρκοι αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται εξ όσων γνωρίζω. Μπλεγμένη ιστορία.
Ως προς τις τουρκοφροσύνες, αν θες δες κι αυτό που αν μη τι άλλο προσδίδει και μια λίγο... χιουμοριστική διάσταση στο θέμα.

Κώστας είπε... @ 25 Σεπτεμβρίου 2007 - 3:40 μ.μ.

Δεν καταλαβαίνω. Το δικάιωμα του αυτοπροσδιορισμού είναι κατάκτηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και υποχρέωση της χώρας μας να το κατοχυρώνει. Αν κάποιοι θέλουν να λέγονται και να αισθάνονται Τούρκοι, δικαίωμά τους. Ποιο είναι το πρόβλημα; Και στην Κωνσταντινούπολη, οι Έλληνες της μειονότητας Έλληνες είμαι σίγουρος πως δηλώνουν και αισθάνονται, ακόμα κι αν είναι Τούρκοι πολίτες. Ο Τριανταφυλλόπουλος νυν και αεί θα βρίσκει θέμα για ντόρο, ακόμα και αν ξέρει πως θέμα δεν υπάρχει.

Lego είπε... @ 25 Σεπτεμβρίου 2007 - 4:16 μ.μ.

Χαίρομαι που η κακοποιημένη δημοκρατία της χώρας μας επιτρέπει σε μια ομάδα της κοινωνίας μας (την οποία εμείς έχουμε περιθωριοποιήσει) να αντιπροσωπευθεί στο κοινοβούλιο. Από την άλλη όμως, λυπάμαι που στο βωμό της ψηφοθηρίας, κάποια κόμματα εμφανίζουν δύο πρόσωπα... Το ένα για εθνικοφροσυνο-κατανάλωση και το άλλο για να προσελκύσουν την ψήφο των μουσουλμάνων.
Θυμάστε τι έγινε όταν κατέβηκε υποψήφια μια μουσουλμάνα για υπερνομάρχης από το ΠΑΣΟΚ; Εθνικιστικές κορώνες και αφορισμοί. Αυτό δεν είναι κακοποίηση της δημοκρατίας;

Όσο για τη συμπεριφορά μας μέχρι τώρα απέναντι σε ένα τμήμα του πληθυσμού που δε μιλάει την ίδια γλώσσα και δεν έχει τον ίδιο Θεό, σας θυμίζει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Εμένα πολύ...

Not the boy next door είπε... @ 25 Σεπτεμβρίου 2007 - 6:10 μ.μ.

Συμφωνώ απόλυτα με τον Κώστα στο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού.

Σαφώς και οι Έλληνες μουσουλμάνοι τουρκόφωνοι αποτελούν σημαντικό κομμάτι της περιφερειακής κοινωνίας της Θράκης που θα ήταν ολίσθημα να μην εκπροσωπείται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Και γιατί όχι και σε κυβερνητικές θέσεις

difrent είπε... @ 26 Σεπτεμβρίου 2007 - 8:32 π.μ.

Η αυθαίρετη ονοματοδοσία των μουσουλμάνων της Θράκης έχει μακρά προϊστορία


Η ακατονόμαστη μειονότητα



Οταν το 1882 ο Ερνέστ Ρενάν επισήμαινε ως προαπαιτούμενο της εθνικής συγκρότησης τη συλλογική επιλεκτική λήθη «κάποιων πραγμάτων», σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί το μίγμα ημιμάθειας και στρουθοκαμηλισμού που χαρακτηρίζει τις εθνικιστικές εξάρσεις της σύγχρονης «τηλεοπτικής δημοκρατίας» μας.

Κεντρικό επιχείρημα των «επαγρυπνούντων» αποτελεί η υποτιθέμενη «πρόκληση» του αυτοπροσδιορισμού των μουσουλμάνων της Θράκης ως «Τούρκων». Με την ίδια λογική, βέβαια, οι Ελληνες της Αλβανίας δεν θα έπρεπε ποτέ να βρεθούν στα αξιώματα (και μάλιστα υψηλότατα: υπουργοί Αμυνας ή Εξωτερικών, αρχηγοί ΓΕΣ) που κατά καιρούς κατέλαβαν στη γειτονική μας χώρα.

Οπως είχε συμβεί και το 1999, όταν οι βουλευτές της μειονότητας υπέγραψαν κείμενο που ζητούσε από το ελληνικό κράτος την επίσημη αναγνώριση του εθνικού χαρακτήρα της, οι φωστήρες της εθνικοφροσύνης μπερδεύουν τον «αυτοπροσδιορισμό» (το δικαίωμα να δηλώνει καθένας αυτό που θεωρεί ότι είναι) με την «αυτοδιάθεση» (το δικαίωμα μιας εθνικής κοινότητας να ζήσει στο κράτος της αρεσκείας της). Το πρώτο έχει αναγνωριστεί διεθνώς από το 1990 (Διάσκεψη της ΔΑΣΕ στο Παρίσι), το δεύτερο έχει εξίσου πανηγυρικά καταργηθεί -όσον αφορά την Ευρώπη- από το 1975 (διάσκεψη της ΔΑΣΕ στο Ελσίνκι).

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην ουσία της υπόθεσης. Παρ' όλες τις κραυγές εθνικής αγανάκτησης για το «ατόπημα» των στελεχών της μειονότητας που υποστηρίζουν τη νομιμότητα του (υφιστάμενου επί δεκαετίες) σωματείου «Τουρκική Ενωση Ξάνθης», στην πραγματικότητα αυτοί οι τελευταίοι δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το να διεκδικήσουν ό,τι επί δεκαετίες θεωρούνταν αυτονότητο για τις επίσημες ελληνικές αρχές.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, η τουρκική «φυλετική καταγωγή» και (κυρίως) «εθνική συνείδηση» του μεγαλύτερου μέρους της μειονότητας δεν συνιστά νεοπαγή κατασκευή κάποιων «εγκάθετων της Αγκυρας» αλλά κοινό τόπο για όσους ασχολήθηκαν έστω και στοιχειωδώς με το θέμα κατά τον τελευταίο ενάμιση αιώνα. Κι είναι δύσκολο να διαγραφεί εν μιά νυκτί, χάριν κάποιων «εθνικά ορθών» διπλωματικών διατυπώσεων.

Απ' τους «Οθωμανούς» στους «Τούρκους»

Η παλιότερη ελληνική υπηρεσιακή στατιστική που αναφέρεται στην εθνική ταυτότητα των μουσουλμάνων της Θράκης χρονολογείται από το 1871 και τους αποκαλεί «Οθωμανούς», διακρίνοντας τις υποκατηγορίες «Οθωμανοί Αθίγγανοι» και «Κιρκάσιοι-Τάταροι» (Π. Γεωργαντζής, «Προξενικά αρχεία Θράκης», τ. Α', Ξάνθη 1998, σ. 208). «Οθωμανούς» χαρακτηρίζει όλους τους μουσουλμάνους της Ξάνθης σε έκθεσή του και ο σχολικός επιθεωρητής Δ. Σάρρος το 1906 (στο ίδιο, σ. 482). Τον ίδιο ακριβώς όρο χρησιμοποιεί το 1923 -ως δηλωτικό «εθνικότητος»- και η Γενική Διοίκησις Θράκης, σε αναλυτικό πίνακα του πληθυσμού της Δυτ. Θράκης κατά πόλεις και χωριά (στο ίδιο, παράρτημα).

Αυτή η ταξινόμηση αντιστοιχούσε στη θεσμοποιημένη πρόσληψη μιας ενιαίας μουσουλμανικής «κοινότητας πιστών» από τη θεοκρατική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κυρίαρχη εθνοθρησκευτική ομάδα ενός ισλαμικού κράτους, οι μουσουλμάνοι δεν παρουσίαζαν άλλωστε την ίδια τάση εθνικής πολυδιάσπασης με τους χριστιανούς συντοπίτες τους. Φυγόκεντρα εθνικά κινήματα (Αραβες, Αλβανοί) θα εμφανιστούν μονάχα κατά τη φάση αποσύνθεσης της αυτοκρατορίας, ως τοπικιστικές απαντήσεις στην αδυναμία της Υψηλής Πύλης ν' αντιμετωπίσει το ροκάνισμα του «Οίκου του Ισλάμ» από τους πάσης φύσεως «απίστους».

Η τομή ήρθε με την ανάδυση του τουρκικού εθνικισμού (1908-1922) και το «τουρκικό '21», τον μικρασιατικό πόλεμο κατά των Ελλήνων και των Δυτικοευρωπαίων εισβολέων -πόλεμος που, όπως και η δική μας εθνεγερσία, συνοδεύτηκε από μαζικές σφαγές αλλοεθνών μειονοτήτων. Είναι αυτή η διαδικασία μάχιμης εθνικής ομογενοποίησης που θα μετατρέψει τους περισσότερους μουσουλμάνους της σημερινής Τουρκίας σε Τούρκους, όπως ακριβώς η εμπειρία της Ελληνικής Επανάστασης ταύτισε τους Αρβανίτες της Νότιας Ελλάδας με το ελληνικό έθνος.

Ανάλογες διαδικασίες σημειώθηκαν και στις μουσουλμανικές κοινότητες που παρέμειναν εκτός τουρκικής επικράτειας. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, ένα τμήμα της ελίτ των σλαβόφωνων Πομάκων της Ροδόπης είχε αρχίσει π.χ. να εμφανίζει δείγματα «εθνοτικής αφύπνισης» στα τέλη του ΙΘ' αι. (V. Berard, «Τουρκία και Ελληνισμός», Αθήνα 1987, σ. 214). Ξανάγιναν «Τούρκοι» το 1913, όταν οι βουλγαρικές αρχές τους βάφτισαν ομαδικά στα ποτάμια, για να «επιστρέψουν» στο έθνος απ' το οποίο (υποτίθεται ότι) είχαν «αποσχισθεί» με τον εξισλαμισμό τους.

Προσαρμοζόμενη στις νεωτερικές αυτές εξελίξεις, η κυβέρνηση Βενιζέλου στην «εθνολογική στατιστική» που υπέβαλε το 1919 στις Μεγάλες Δυνάμεις αποκαλεί όλους τους μουσουλμάνους της Θράκης «Τούρκους» (Ρ. Pipinelis, «La Thrace Occidentale Hellenique», Παρίσι 1947, σ.16-18). Είχε προηγηθεί ο «ειδικός γραφεύς» του προξενείου Αδριανουπόλεως Στυλιανός Γονατάς, που σε υπηρεσιακό κείμενό του το 1907 κάνει κι αυτός λόγο για «Τούρκους» (Ελένη Μπελιά, «Εκθεση Στυλιανού Γονατά περί Θράκης», Αθήναι 1981, σ. 284). Σε «Ελληνες», «Βούλγαρους» και «Τούρκους» διαχωρίζει επίσης τους Θρακιώτες η απογραφή που πραγματοποίησε ο ελληνικός στρατός το 1920 (ΙΑΥΕ, φ. 1940/Α/6/2β).

Η «σαλαμοποίηση» της μειονότητας

Διαφορετικά ζητήματα ανοίγει η καταγραφή των μητρικών γλωσσών της μειονότητας κατά τις μεταγενέστερες απογραφές. Αυτή του 1928 βρήκε στην ελληνική Θράκη 102.621 μουσουλμάνους, απ' τους οποίους οι 84.585 «τουρκικής γλώσσης» ενώ οι 16.740 «βουλγαρικής γλώσσης (Πομάκοι)». Οκτώ χρόνια αργότερα, τα αντίστοιχα νούμερα της (αδημοσίευτης) απογραφής του 1920 ήταν 93.522 και 6.969. Μεταπολεμικά, τα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής του 1951 καταγράφουν 104.848 μουσουλμάνους, με γλώσσα την «τουρκική» (85.945), την «πομακική» (18.664) και την «αθιγγανική» (303). Τη δεκαετία του 1990, τέλος, η ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ μετρά 49.000 μουσουλμάνους «τουρκικής καταγωγής», 34.300 «Πομάκους» και 14.700 «Αθίγγανους».

«Μία» ή «δύο» και «τρεις» μουσουλμανικές μειονότητες; Το ερώτημα δεν είναι καθόλου αθώο, καθώς διαπλέκεται άμεσα με τους κρατικούς σχεδιασμούς, τόσο των ελληνικών όσο και των τουρκικών υπηρεσιών. Η Συνθήκη της Λωζάννης χρησιμοποιεί πληθυντικό, απ' τη στιγμή όμως που ανάγει τη μεταχείριση των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών σε ζήτημα ελληνοτουρκικών σχέσεων οδηγεί αντικειμενικά στην ομογενοποίηση και τον «εκτουρκισμό» της μειονότητας. Οσο για τα αντίζηλα «εθνικά κέντρα», αυτά ασκούν διαμετρικά αντίθετες πολιτικές.

Στόχος των τουρκικών μηχανισμών είναι η διατήρηση του ενιαίου χαρακτήρα της μειονότητας με εμπέδωση των «εθνικά ορθών» χαρακτηριστικών της. Οχι μόνο αποθαρρύνονται οι φυγόκεντρες γλωσσοπολιτισμικές διαφοροποιήσεις, αλλά και καταβάλλονται συστηματικές προσπάθειες για την εξάλειψη των μη τουρκικών διαλέκτων. Η τουρκοφώνηση των Τσιγγάνων πρόκυψε σχεδόν αυτόματα, ως επακόλουθο της κοινωνικής ανέλιξής τους, στην περίπτωση όμως των Πομάκων επιστρατεύτηκαν η παιδαγωγική «πειθώ» και η καλλιέργεια κάποιων (γνώριμων και στα καθ' ημάς) ιδεολογημάτων: τα πομάκικα «δεν είναι γλώσσα» αλλά άγραφο «ιδίωμα», δείγμα καθυστέρησης, όπλο στα χέρια της «ξένης προπαγάνδας» κ.ο.κ.

Οι ελληνικές αρχές, πάλι, αρχικά πόνταραν στη διαφορά μεταξύ εθνικιστών «Νεότουρκων» κι αντικεμαλικών «Παλαιομουσουλμάνων» -ενισχύοντας μεταπολεμικά τους δεύτερους, παρ' όλο που (όπως ομολογείται σε έκθεση του 1966) ήταν «βεβαίως Τούρκοι και αυτοί». Υστερα από ένα σύντομο διάλειμμα, κατά το οποίο η μειονότητα αναγνωρίστηκε συλλήβδην ως «τουρκική», τον Αύγουστο του 1956 προκρίθηκε ως προσφορότερη διαχωριστική γραμμή η «φυλετική καταγωγή». Η παλιότερη ημιεπίσημη επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία «η εθνική συνείδηση των Πομάκων είναι καθαρά τουρκική» (V. Colocotronis, «La Macedoine et l' Hellenisme», Παρίσι 1919, σ. 460) εγκαταλείφθηκε, προς όφελος μιας «πλουραλιστικής» προσέγγισης με έμφαση στο θρησκευτικό χαρακτήρα της μειονότητας. Τα εγκαίνια της νέα γραμμής έγιναν την ίδια χρονιά, με την έκδοση από το ΙΜΧΑ του βιβλίου του αξιωματικού Κ. Ανδρεάδη. Το 1957 το ΥΠΕΞ ενημέρωσε τα συναρμόδια υπουργεία Εσωτερικών και Προεδρίας ότι «η μόνη ορθή ονομασία τής εν Θράκη μειονότητος είναι "Μουσουλμανική Μειονότης"», με μέλη «τουρκοφώνους, Πομάκους, Κιρκασίους, Αθιγγάνους κ.λπ.», απαιτώντας «να γίνηται χρήσις των ανωτέρω ορθών όρων εις παν δημόσιο έγγραφον».

Η στρατηγική αυτή διατηρήθηκε με μικροαλλαγές μέχρι σήμερα. «Η υπογράμμιση της διαφορετικότητας των τριών ομάδων απορρέει από την επιθυμία μας να αποφύγουμε την απορρόφηση των Πομάκων και των Αθιγγάνων από το τουρκογενές στοιχείο της Μειονότητας και την κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργία μιας συμπαγούς τουρκογενούς Μειονότητας», διαβάζουμε λ.χ. σε σημείωμα της Διεύθυνσης Α2 του ΥΠΕΞ για το Πομακικό (17.7.1996). Οσο για τους πρακτικούς στόχους του διαχωρισμού, αυτοί -ανάλογα με τα οράματα (ή την έλλειψη ρεαλισμού) των εκάστοτε σχεδιαστών της κρατικής πολιτικής- κυμάνθηκαν μεταξύ «διαχωρισμού των Πομάκων από των Τούρκων» (πρόεδρος του «Συντονιστικού Συμβουλίου Θράκης» προς πρωθυπουργό και Υπ. Εξ., 28.1.1967) και «εξελληνισμού των κατοίκων της ορεινής περιοχής (Πομάκοι)» (υπηρεσιακό «σημείωμα για τον υφυπουργό» Εξωτερικών, 16.11.81).

Η υλοποίηση αυτών των οραματισμών είχε βέβαια κάποια όρια. Εκτός από τις αντιδράσεις βουλγαρικών κύκλων (που ερμήνευσαν την καθ' ημάς «πομακολογία» σαν πιθανή απόπειρα ελληνικής «διείσδυσης» στον εκεί μουσουλμανικό πληθυσμό), ανασχετικός παράγοντας υπήρξε επίσης η ανησυχία για τις μακροκρόθεσμες επιπτώσεις της εισαγωγής μιας σλαβικής διαλέκτου στη μειονοτική εκπαίδευση: «Κατά καιρούς», διαβάζουμε στο υπηρεσιακό σημείωμα του 1996, «έχουν εκφρασθεί φόβοι ότι, ενδεχομένως, ορισμένοι δίγλωσσοι της Μακεδονίας ευχαρίστως θα αποδεχόντουσαν βιβλία πομακικής, ιδίως εάν ήταν γραμμένα στο κυριλλικό αλφάβητο».

Στο περιθώριο των εθνικών σχεδιασμών, πάντως, ακόμη και οι αποφασιστικότεροι ταγοί δεν διστάζουν να τονίσουν τον (επισήμως ανομολόγητο) εθνικό χαρακτήρα της μειονότητας. Από τον επικεφαλής της (προκατόχου της ΚΥΠ-ΕΥΠ) Γενικής Διευθύνσεως Αλλοδαπών Δ. Βλαστάρη, που το 1952 διαπίστωνε πως «το εν Ελλάδι μουσουλμανικόν στοιχείον διακρίνεται διά τον τουρκικόν φανατισμόν του», μέχρι το μητροπολίτη Δαμασκηνό, που εξηγεί ότι «τουρκικήν εθνικήν συνείδησιν» έχουν τόσο οι μουσουλμάνοι «τουρκικής καταγωγής» όσο και η πλειοψηφία των υπολοίπων: «Οι Πομάκοι δεν εξετουρκίσθησαν απλώς, αλλ' ανεδείχθησαν φανατικώτεροι και των τουρκικής καταγωγής ομοθρήσκων των! Σήμερον, ένα μικρό ποσοστόν 15-20% παραμένει πιστόν εις την πομακικήν συνείδησιν [...]. Το ίδιο συνέβη και με τους Αθιγγάνους, των οποίων επίσης επετεύχθη ο εκτουρκισμός» («Η εθνική έπαλξις της Δυτικής Θράκης», Αθήναι 1989, σ. 7-8 & 12).

Οι μόνοι που δεν δικαιούνται να υποστηρίξουν τα παραπάνω είναι φυσικά οι ίδιοι οι μειονοτικοί...




(Ελευθεροτυπία, 27/5/2006)



www.iospress.gr

difrent είπε... @ 26 Σεπτεμβρίου 2007 - 11:33 π.μ.

ΤΟ ΥΠΕΞ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

Μια νέα πολιτική για τη μειονότητα

Μια ολιγοήμερη επίσκεψη στη Θράκη αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα που παρουσιάζουν οι κινδυνολόγοι «αναλυτές» στα αθηναϊκά κανάλια.
Παρά την έντονη θρακολογία που προκάλεσε επί ένα μήνα στην Αθήνα η υποψηφιότητα της κυρίας Καρά Χασάν δεν μάθαμε τίποτα περισσότερο για την πραγματική πολιτική κατάσταση στην περιοχή της Θράκης και τις συνθήκες ζωής της μειονότητας. Το χειρότερο είναι ότι στη σχετική παραφιλολογία επικράτησαν τα στερεότυπα περασμένων δεκαετιών και οι αδιέξοδοι εθνικοί μύθοι που έχουν ξεπεραστεί από νέες πραγματικότητες και νέες ανάγκες του πληθυσμού της περιοχής.

Μια νέα πολιτική

Την ώρα που οι Αθηναίοι θρακολόγοι των καναλιών συνέχιζαν να παπαγαλίζουν τις γνωστές εθνικές μεγαλοστομίες περί ελληνοφρόνων «Πομάκων» και παρασυρμένων «Τουρκογενών», οι άνθρωποι που χαράζουν την πραγματική πολιτική για τη μειονότητα έχουν ήδη προσανατολιστεί προς εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο νέος στόχος της ελληνικής πολιτικής είναι η ομάδα των «Ρομά» της μειονότητας. Τους «Πομάκους» ξεχάστε τους!

Πάγια θέση της ελληνικής διοίκησης τις τελευταίες δεκαετίες ήταν να επιμένει στο διαχωρισμό της μειονότητας σε τρεις εθνοτικές ομάδες («Τουρκογενείς, Πομάκους και Αθιγγάνους-Ρομά»). Μερικές φορές, μάλιστα, αναφέρονταν σε (περισσότερες της μιας) «μουσουλμανικές μειονότητες», για να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στον εσωτερικό διαχωρισμό της μειονότητας. Ο προφανής στόχος ήταν η αποδυνάμωση των Τούρκων της μειονότητας, η ενίσχυση των εσωτερικών αντιθέσεων και ο προσεταιρισμός των Πομάκων.

Οπως διαβάζουμε σε ένα απόρρητο έγγραφο του υπουργείου Εξωτερικών που έχει συνταχθεί πριν από δέκα χρόνια, «η υπογράμμιση αυτής της 'διαφορετικότητας’ των τριών ομάδων απορρέει από την επιθυμία μας να αποφύγουμε την απορρόφηση των Πομάκων και των Αθιγγάνων από το τουρκογενές στοιχείο της μειονότητας και την κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργία μιας συμπαγούς τουρκογενούς μειονότητας» (ΑΠΦ 1150.600/ΑΣ 809, 17/7/1996, ΥΠΕΞ, Α2 ΔΔΣ/Τμήμα Μειονοτικών Θεμάτων).

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος έγινε χρήση κάθε θεμιτού και αθέμιτου μέσου. Τεράστια ποσά δαπανήθηκαν σε «μελέτες», «προγράμματα», «ινστιτούτα» και «εκδηλώσεις» που μοναδικό στόχο είχαν να κατασκευάσουν μια «πομακική εθνική ταυτότητα» που δεν θα έτεινε ούτε προς την Τουρκία (λόγω θρησκείας) ούτε προς τη Βουλγαρία (λόγω γλώσσας). Και πρώτο μέτρο ήταν «η μερική απαλλαγή των Πομάκων από τα ήπια άλλωστε κατασταλτικά μέτρα που ίσχυαν για τους Τουρκογενείς μέχρι την αρχή της τρέχουσας δεκαετίας (’90)» (στο ίδιο έγγραφο).

Ομως αυτή η πολιτική απέτυχε. Ούτε ο εκτουρκισμός της μεγάλης πλειοψηφίας της μειονότητας αποφεύχθηκε ούτε πήρε σάρκα και οστά ποτέ ο διαχωρισμός των Πομάκων από τα άλλα μέλη της μειονότητας. «Η διαφοροποίηση αυτή από το τουρκογενές στοιχείο τα τελευταία χρόνια μειώνεται», διαβάζουμε στο ίδιο έγγραφο. «Σε αυτό συνετέλεσαν η επιμειξία των Πομάκων με τους Τουρκογενείς, η οποία προκλήθηκε από την εγκατάσταση Πομάκων στις πόλεις και από την αλλαγή στάσεως της επίσημης Τουρκίας στα θρησκευτικά θέματα».

Το αντίθετο μάλιστα συνέβη. Οι σχεδιασμοί επί χάρτου της ελληνικής πλευράς επιτάχυναν την ομογενοποίηση της μειονότητας. Το όψιμο χέρι φιλίας που έτεινε προς την πλευρά των Πομάκων η ελληνική πλευρά αντιμετωπίστηκε με εύλογη καχυποψία από εκείνους που μέχρι πριν από δέκα χρόνια ζούσαν πίσω από τις μπάρες του αποκλεισμού, την περιβόητη «επιτηρούμενη ζώνη» και είχαν την υποχρέωση να κυκλοφορούν με ειδικές άδειες, δηλαδή εσωτερικά διαβατήρια. Ο λόγος που διατηρήθηκαν αυτές οι μπάρες, σύμφωνα με την ίδια έκθεση του ΥΠΕΞ ήταν «η αποφυγή διασυνδέσεως του τουρκογενούς με το πομακικό στοιχείο».

Οι λόγοι της αποτυχίας της πολιτικής για τους Πομάκους είναι βέβαια πολλοί. Ο σημαντικότερος, όμως, είναι ότι βασίστηκε σε ένα προπαγανδιστικό τέχνασμα. Τώρα αναγκάζεται το ΥΠΕΞ να παραδεχτεί ότι ήταν ατελέσφορες οι θεωρίες «σύμφωνα με τις οποίες οι Πομάκοι είναι απόγονοι φυλών που συμπολέμησαν με τον Μεγαλέξανδρο, ότι είναι ευφυέστεροι των τουρκογενών και έτσι πλησιέστεροι στον ελληνικό μέσο όρο κ.ά.».

Αλλά και ο τρόπος της προσέγγισης, δηλαδή μέσω του στρατού (!) και γνωστών επιχειρηματιών, αποδείχτηκε κι αυτός ατυχής. Το παραδέχεται το ΥΠΕΞ με κομψό τρόπο στο ίδιο έγγραφο: «Η διδασκαλία της πομακικής δεν προσφέρει τίποτε στους Πομάκους, πλην της διατηρήσεως μιας εθνικής ταυτότητας, μάλλον προβληματικής. Αντιθέτως η επαρκής γνώση της ελληνικής ή της τουρκικής τους δίνει τη δυνατότητα προσβάσεως στις αγορές εργασίας και τα Πανεπιστήμια της Ελλάδος ή της Τουρκίας και συνεπάγεται σημαντική βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου. Με την οπτική αυτή, η έκδοση των δύο λεξικών, αφενός του Δ’ Σώματος Στρατού και αφετέρου του δασκάλου κ. Θεοχαρίδη, με την οικονομική ενίσχυση του επιχειρηματία κ. Εμφιετζόγλου δεν βελτίωσε, βεβαίως, τις προοπτικές διδασκαλίας της πομακικής. Εάν το πρώτο μπορεί να θεωρηθεί ως χρήσιμο εργαλείο για το στρατό και το δεύτερο ως καρπός της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, κανένα από τα δύο δεν αποτελεί στην ουσία επιστημονικού επιπέδου εργασία».

Αυτό που απασχολεί επίσης τα στελέχη του ΥΠΕΞ, είναι οι ενδεχόμενες επιπτώσεις που θα είχε η επίσημη διδασκαλία μιας σλαβικής γλώσσας σε άλλες περιοχές της χώρας, όπως η Δυτική Μακεδονία, όπου τα πολύ συγγενικά προς τα πομακικά «μακεντόντσι» θεωρούνται εθνικώς ύποπτα και εξοβελιστέα. Με ανησυχία διαπιστώνουν οι ίδιοι αναλυτές του ΥΠΕΞ ότι ήδη έχει αποκατασταθεί μια επικοινωνία μεταξύ Ποντίων από τη Ρωσία (που έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή), και σλαβόγλωσσων πληθυσμών («Πομάκων») στις δύο πλευρές των ελληνοβουλγαρικών συνόρων.

Η ελληνική πολιτεία στρέφεται, λοιπόν, εδώ και λίγο καιρό στην τρίτη συνιστώσα της μειονότητας, τους Ρομά. Εδώ τα πράγματα θεωρούνται πιο εύκολα. Δεν είναι η «εθνική συνείδηση» τόσο που καθορίζει την ενότητα της κοινωνικής ομάδας, επομένως δεν υπάρχει καταρχήν το αξεπέραστο εθνοτικό φράγμα. Φοβόμαστε, πάντως, πως και την περίπτωση αυτή, θα αποδειχθεί πολύ όψιμη η στοργή της ελληνικής πολιτείας. Οσο για την αποτελεσματικότητά της, κι αυτή είναι αμφίβολη, διότι ο αριθμός των Ρομά είναι πολύ μικρός παρά το "φούσκωμα" των επίσημων μελετών. Αλλά ακόμα και έτσι, είναι σημαντικό το γεγονός ότι για πρώτη φορά αντιμετωπίζονται ως έλληνες πολίτες οι Ρομά της περιοχής (για την ακρίβεια κάποια τμήματά τους) και δαπανώνται σημαντικά ποσά για την εκπαίδευσή τους, έστω επιλεκτικά και με ανορθόδοξους τρόπους.

Πάντως, σύμφωνα με τη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Δικαιώµατα των Ροµά και του Ελληνικού Παρατηρητήριου των Συµφωνιών του Ελσίνκι είναι ήδη αργά: «Φαίνεται ότι ένα σηµαντικό τµήµα των Μουσουλµάνων Ροµά όντως ασπάζεται την τουρκική εθνική ταυτότητα. Ο εκπρόσωπος των Μουσουλµάνων Ροµά της Θράκης, στην ιδρυτική συνεδρίαση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Ελλήνων Ροµά (ΠΟΣΕΡ), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και χρηματοδοτείται από το κράτος, ισχυρίστηκε ότι οι Ροµά που εκπροσωπεί αποτελούν μια εθνική (δηλ. τουρκική) μειονότητα. Παρομοίως, οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι Ροµά που ζουν στο Νομό Εβρου δήλωσαν σε ερευνητές ότι είναι Τούρκοι και όχι Ροµά. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι οι Μουσουλµάνοι Ροµά της Κοµοτηνής σταµάτησαν να χρησιµοποιούν τη ροµανί και προτιµούν τα τουρκικά, ακόµη και στο σπίτι τους, κάτι που οι Ελληνες ερευνητές ερµηνεύουν ως ένδειξη του σταδιακού 'εκτουρκισµού’ τους».

Οσο για το σύνολο της μειονότητας, φαίνεται ότι ο μεσοπρόθεσμος στόχος του ελληνικού κράτους είναι η αποδυνάμωσή της μέσω της αστικοποίησης. Η οικονομική συγκυρία βοηθά αυτό το σχεδιασμό. Το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού μειονοτικού πληθυσμού ασχολείται με τα καπνά, τα οποία ως γνωστόν αντιμετωπίζουν ως καλλιέργεια τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Οχυρωμένη πίσω από τη ΕΕ η ελληνική κυβέρνηση αρνείται οποιαδήποτε στήριξη των καλλιεργητών. Αλλά η αλλαγή καλλιέργειας στα ορεινά χωριά είναι σχεδόν αδύνατη. Ο μόνος δρόμος που θα μένει στους καταστραμμένους αγρότες της μειονότητας είναι η μετανάστευση, τα καράβια και οι βοηθητικές εργασίες στις πόλεις.

Στην ίδια κατεύθυνση τείνουν απ' ό,τι φαίνεται και οι άνωθεν σχεδιασμοί για την εκπαίδευση της μειονότητας. Εδώ και δέκα χρόνια πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη τομή, με το τολμηρό και επιτυχημένο (παρά τις αντιδράσεις) «Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων», το οποίο διευθύνει η καθηγήτρια Αννα Φραγκουδάκη με τη συνεργασία της συναδέλφου της Θάλειας Δραγώνα. Σε συνδυασμό με το θετικό μέτρο της ποσόστωσης για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, το πρόγραμμα αυτό που αφορά μόνο την ελληνόγλωσση εκπαίδευση βελτίωσε αισθητά τον αριθμό των μειονοτικών που κατορθώνουν να προχωρήσουν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Ομως στη μεγάλη τους πλειοψηφία τα μειονοτικά σχολεία παραμένουν σε άθλια κατάσταση, γιατί το τουρκόγλωσσο μέρος της εκπαίδευσης βρίσκεται ακόμα υπό τη σκιά των ελληνοτουρκικών ισορροπιών. Ορισμένοι μειονοτικοί των πόλεων προτιμούν ήδη να στέλνουν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία. Εχοντας αυτό κατά νου, η ελληνική πλευρά προσβλέπει στη σταδιακή αποδυνάμωση των μειονοτικών σχολείων και την απορρόφηση μέρους των παιδιών της μειονότητας στα κοινά σχολεία.

Μια νέα δυναμική στην κοινωνία

Με βάση όλο αυτά τα δεδομένα καταλαβαίνει κανείς πόσο εκτός τόπου και χρόνου ήταν όλη αυτή η επιμονή στην «πομάκικη καταγωγή» της κυρίας Καρά Χασάν που επαναλάμβαναν εν χορώ οι θρακολόγοι των καναλιών. Εξίσου παραπλανητικά είναι και όσα «αποκάλυψαν» για την Τουρκική Ενωση Ξάνθης οι ίδιοι αναλυτές (με πρώτο εκείνον που διαλαλεί ότι οι μπάρες στην επιτηρούμενη ζώνη έπεσαν χάρη στις δικές του εκπομπές). Θα τους στενοχωρήσουμε λέγοντάς τους ότι τα σωματεία που φέρουν το χαρακτηρισμό «τουρκικός» στην Ξάνθη και την Κομοτηνή λειτουργούν κανονικά και εντός του νόμου, όπως κάθε άλλη ένωση πολιτών. Οχι μόνο «παράνομες» δεν είναι αυτές οι ενώσεις, αλλά διαθέτουν γραφεία σε πλήρη νόμιμη λειτουργία.

Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι η υπόθεση εκκρεμεί και θα τελεσιδικήσει μόνο μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ομως ακόμα και στην (μάλλον απίθανη) περίπτωση να γίνει δεκτή η απόφαση της ελληνικής διοίκησης, το μόνο που θα συμβεί είναι ότι δεν θα αναρτηθούν οι ταμπέλες στα υπάρχοντα σωματεία.

Οσο για το θέμα του μουφτή που απασχόλησε κι αυτό τα κανάλια επί μέρες, υπάρχει σκέψη στο ΥΠΕΞ να καταργηθούν οι δικαστικές του εξουσίες και να παραμείνουν οι θρησκευτικές. Σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορεί να εκλέγεται κάποιος μουφτής από τους πιστούς, ενώ οι αρχές θα αναγνωρίζουν και τους εκλεγμένους και τους διορισμένους (απ’ αυτές) ως ισότιμους. Το μπερδεμένο σχήμα θεωρείται απαραίτητο τουλάχιστον για τη μεταβατική φάση που αναγκαστικά θα υπάρξει από το παλιό στο νέο σύστημα. Η κατάργηση των δικαστικών δικαιοδοσιών του μουφτή είναι αυτονόητη για μια ευρωπαϊκή χώρα που δεν μπορεί να δεχτεί ότι σε κάποιο σημείο της επικράτειάς της διατηρείται ο ισλαμικός νόμος, η σαρία. Οσο για την αναγνώριση όλων των μουφτήδων, αυτή η ανάγκη προκύπτει από την πρόθεση να αναγνωριστούν και οι μουφτήδες που με τον ένα ή άλλο τρόπο λειτουργούν στην Αθήνα. Το τελευταίο που θα επιθυμούσε το ΥΠΕΞ αυτή την περίοδο είναι η διατήρηση σε καθεστώς αδιαφάνειας (αν όχι ημιπαρανομίας) των μουσουλμανικών λατρευτικών χώρων στην ελληνική επικράτεια και ειδικά στην Αθήνα.

Με δυο λόγια, ο προβληματισμός των υπευθύνων του ΥΠΕΞ βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις από τις μισαλλόδοξες κραυγές των τηλε-θρακολόγων, έστω κι αν οι σχεδιασμοί του παραμένουν ακόμα στα χαρτιά.

Αλλά το σημαντικό νέο στοιχείο που διαπιστώνει ο επισκέπτης της Θράκης είναι ότι παράλληλα με τις νέες αναζητήσεις της ελληνικής πολιτείας για την αναπροσαρμογή της μειονοτικής της πολιτικής αναπτύσσεται για πρώτη φορά μια νέα δυναμική στην κοινωνία της περιοχής η οποία ξεπερνά τα κλασικά αδιέξοδα στερεότυπα που κυριαρχούσαν τόσο στον πλειονοτικό όσο και στον μειονοτικό πληθυσμό.

Σημάδι αυτού του νέου κλίματος ήταν η εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Εργατικού Κέντρου Ξάνθης στις 21 Ιουνίου, με πρωτοβουλία του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και του ένθετου «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής. Το θέμα «Η αργοπορημένη μεταπολίτευση της μειονοτικής πολιτικής», αναπτύχθηκε από την κοινωνιολόγο Ντιλέκ Χαμπίμπ, τον δημοσιογράφο Σαμή Καραμπουγιούκογλου, τον καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Αλκή Ρήγο, τον γιατρό και πρώην βουλευτή του Συνασπισμού Μουσταφά Μουσταφά, τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Κωνσταντίνο Τσιτσελίκη και τον εκπαιδευτικό και δημοσιογράφο Σταμάτη Σακελλίωνα. Τη συζήτηση συντόνιζε ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης Κώστας Γούναρης. Ανάλογη εκδήλωση με το ίδιο θέμα είχε οργανωθεί και στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στην Αθήνα στις αρχές του Ιουνίου (8/6/06), αλλά το ξεχωριστό στην Ξάνθη ήταν η συμμετοχή του κόσμου. Το ακροατήριο ήταν μοιρασμένο σε μειονοτικούς και πλειονοτικούς ενώ το λόγο πήραν εκφραστές όλων των απόψεων. Επί τρεις ώρες συζητήθηκαν όλα τα προβλήματα. Μπορεί να μη λύθηκαν, αλλά αποδείχτηκε ότι ο διάλογος είναι εφικτός και ο αλληλοαποκλεισμός των δύο πληθυσμιακών ομάδων δεν είναι μονόδρομος.

Το βαθύ κράτος ανασυντάσσεται

Αλλά η Θράκη παραμένει δυστυχώς αυτό που μας είπε ο δημοσιογράφος και πρώην πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Κομοτηνής Δάμων Δαμιανός, «ένα απέραντο χωνευτήρι μηχανισμών και αλλοίωσης συνειδήσεων». Και το χειρότερο είναι ότι «οι όροι του πολιτικού παιχνιδιού στη Θράκη είναι αδυσώπητοι, γιατί λειτουργεί στη λογική της προβοκάτσιας».

Σε αντίθεση, λοιπόν, από τη θετική δυναμική που δημιουργείται σε ορισμένα προοδευτικά κομμάτια της κοινωνίας, εντελώς αδρανείς παραμένουν κάποιοι κοινωνικοί θεσμοί από τους οποίους θα περίμενε κανείς πολύ περισσότερα. Φυσικά δεν αναφερόμαστε στους πάγιους εκφραστές κάθε συντηρητικής πολιτικής στην περιοχή, δηλαδή στην εκκλησία και τα παρεκκλησιαστικά-παρακρατικά ιδρύματα της παρωχημένης εθνικοφροσύνης. Αναφερόμαστε δυστυχώς στο Πανεπιστήμιο.

Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, με τμήματα και στους τρεις νομούς της Θράκης, είχε αρχίσει πριν από χρόνια να δημιουργεί μια θετική σχέση με την κοινωνία της περιοχής. Με αντιφατικές ίσως και σπασμωδικές πρωτοβουλίες, είχε πάντως κατορθώσει να ανοίξει τις πύλες του στο πρόβλημα της Θράκης και άρχισε να παίζει σημαντικό ρόλο σε ένα δημόσιο διάλογο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της μειονότητας. Ηταν η περίοδος όπου μια σειρά νέων πανεπιστημιακών, απαλλαγμένων από τις παρωπίδες της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης κατόρθωσαν να δουν κατάματα το πρόβλημα και επιχείρησαν για πρώτη φορά να το συνδέσουν με την ευρωπαϊκή δημοκρατική αντίληψη.

Αυτή η φωτεινή περίοδος του Δημοκρίτειου έχει δυστυχώς περάσει. Το Πανεπιστήμιο έχει γιγαντωθεί, αλλά η σχέση του με την κοινωνία έχει ατονήσει πλήρως. Οσο για τη μειονότητα, μάταια θα περίμενε στις σημερινές συνθήκες κάποια βοήθεια από την τοπική πανεπιστημιακή κοινότητα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σκάλωσε πρόσφατα η παραχώρηση από το Πανεπιστήμιο ενός μικρού οικοπέδου της Κομοτηνής που του ανήκει. Στο οικόπεδο επρόκειτο να χτιστεί σχολείο για Ρομά και με την άρνηση του ΔΠΘ η ανέγερση καθυστερεί. Και να σκεφτεί κανείς ότι το πανεπιστήμιο έχει χτιστεί πάνω στις λεγόμενες «μουσουλμανικές γαίες», την περίοδο που η αντιμετώπιση της μειονότητας πρόβλεπε και τον «εκχριστιανισμό» της ακίνητης ιδιοκτησίας.

Αλλά και σε ορισμένα τοπικά μέσα ενημέρωσης επανέρχεται πεισματικά η παλιά «θεωρία της αμοιβαιότητας», σύμφωνα με την οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί η μειονότητα της Θράκης με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίστηκαν οι Ελληνες της Κωνσταντινούπολης από τις τουρκικές αρχές τη δεκαετία του 50 και 60, δηλαδή με πογκρόμ και βίαιο εκπατρισμό. Διαβάζουμε, λ.χ. στον "Χρόνο" της Κομοτηνής, τη μια από τις δυο μεγάλες εφημερίδες της πόλης: «Θέλουν οι Τούρκοι ικανοποίηση των υπερφίαλων αξιώσεών τους; Ναι, αλλά εδώ και τώρα να εφαρμοστεί η αμοιβαιότητα της Συνθήκης της Λωζάνης, να μείνουν στην Κομοτηνή όσοι απόμειναν στην Κωνσταντινούπολη. Και στην Ξάνθη να μένουν όσοι απόμειναν στην Ιμβρο και την Τένεδο» (22/6/06).

Υπάρχουν και χειρότερα. Αναφερόμενη στην αποκάλυψη του «Ιού» για τους λόγους που η ελληνική κυβέρνηση αποφεύγει να κυρώσει τη Σύμβαση-Πλαίσιο για τα δικαιώματα των μειονοτήτων («Η Σύμβαση Φάντασμα», 11/6/06), η εφημερίδα «Αντιφωνητής» υποδεικνύει (σε ποιους άραγε;) ότι πρέπει να ασκηθεί δίωξη κατά του «Ιού» γι’ αυτό το δημοσίευμα. Κάτω από τον (αυτοκριτικό) τίτλο «Αλήτες, Ρουφιάνοι, Δημοσιογράφοι!», ο κ. Κώστας Καραϊσκος που γράφει και εκδίδει τη δεκαπενθήμερη αυτή εφημερίδα εισηγείται την καταδίκη του «Ιού» σε δεκαετή φυλάκιση, με την κατηγορία της προδοσίας! Η αντίληψη περί δημοσιογραφίας του κ. Καραϊσκου (ο οποίος επιμελείται και ομότιτλο εβδομαδιαίο ένθετο στη «Μακεδονία» του κ. Ζουράρι) είναι χαρακτηριστική για το ψυχροπολεμικό και μακαρθικό κλίμα που επικρατεί ακόμα σε ορισμένους κύκλους στη Θράκη. Αλλωστε στο ίδιο κείμενο που εισηγείται τη φυλάκιση του «Ιού», περιγράφει και την κυβέρνηση ως «ασύλληπτο χαμαιτυπείο». Πρόκειται για αναβιώσεις της περιόδου που οι δημοσιογράφοι θεωρούσαν αδιανόητη οποιαδήποτε κριτική στα «ευαίσθητα εθνικά θέματα» και η πολιτεία από την πλευρά της απαιτούσε απ’ αυτούς να λειτουργούν ως παράρτημα των υπηρεσιών της. Αυτή η λογική όμως είναι που έκρυβε επί χρόνια τις μπάρες της επιτηρουμένης ζώνης και τις διακρίσεις εις βάρος της μειονότητας, με δυο λόγια το ελληνικό απαρτχάιντ της Θράκης που οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο.





Πώς έγινα πιστός μουσουλμάνος

του Μουσταφά Μουσταφά

Η άρνηση ύπαρξης Τούρκων στη Θράκη και η επιμονή στο θρησκευτικό προσδιορισμό, όροι όπως οι 'Τουρκογενείς’, οι 'Πομάκοι’ και οι 'Τσιγγάνοι’, η δήθεν πομακοφιλία και το ενδιαφέρον για τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους δεν μπορεί να είναι μέθοδοι για την αντιμετώπιση του υπαρκτού προβλήματος του εθνικού αυτοπροσδιορισμού στη Θράκη. Η κάθε τόσο ανακίνηση αυτού του προβλήματος, η αμφισβήτηση ή άρνηση της ταυτότητας πραγματικά θλίβουν αφάνταστα τους ενδιαφερόμενους. Για τους τηλεοπτικούς αστέρες, τους πρωτομάστορες αυτούς της πολιτικής, μπορεί να είναι μια φιλοσοφική συζήτηση ή μια καλή προπόνηση για άλλες πιο βαριές συζητήσεις, αλλά για τους μειονοτικούς είναι τουλάχιστον υπέρταση είναι τουλάχιστον θυμός, είναι μια μεταλλική γεύση στο στόμα και ένα σφίξιμο στη τραχηλική και στερνική χώρα για να χρησιμοποιήσω ιατρικούς όρους.

Επειδή έχω ζήσει κι άλλες φορές παρόμοιες καταστάσεις, τυχαία βρήκα ένα κείμενο που είχα γράψει το 1999. Δεν το 'χω δημοσιεύσει. Το βρήκα στο αρχείο μου. Το 'γραψα μετά από ένα ιδεολογικό πογκρόμ που είχαμε δεχτεί, για ένα κείμενο που είχαμε υπογράψει για την αναγνώριση εθνικών μειονοτήτων και το είχαμε στείλει στον πρόεδρο της βουλής και τους αρχηγούς των κομμάτων. Και σήμερα που έψαχνα τα κιτάπια μου το βρήκα. Ηταν ένας μονόλογος κι ένα παράπονο προσωπικό, γιατί και το κόμμα μου είχε πει 'οι τρεις μουσουλμάνοι βουλευτές’. Είχα γράψει τα εξής:

Μετά τη σύσσωμη καταδίκη μου από όλο τον πολιτικό κόσμο της χώρας, μετά το αϊσιχτίρ του κ. Παπαθεμελή -έτσι είχε πει- μετά από τα κεραυνοβολήματα του κ. Καψή, μετά από την ανακοίνωση ανθρώπων υπευθύνων για το πογκρόμ της 28ης του Γενάρη 1990 στην Κομοτηνή, μετά από τις αναλύσεις σοβαρών δημοσιογράφων για το υποκινούμενο της υπογραφής μου, και τις τοποθετήσεις της συντρόφισσας Παπαρήγα -είχε πει τότε ότι εμείς είμαστε με τις μειονότητες αλλά αυτοί άλλα πράγματα θέλουν, διαμελισμούς και τέτοια, και εξυπηρέτηση αμερικάνικων συμφερόντων- και μετά το πιπέρι που μου έβαλε το κόμμα μου, αισθάνομαι την ανάγκη για το μέλλον το δικό μου, της γυναίκας και των παιδιών μου, να γράψω τα ακόλουθα για αποφυγή παρεξηγήσεων, τουλάχιστον προς τους ανθρώπους που με γνώρισαν, τους συντρόφους μου ανά την Ελλάδα και παγκοσμίως.

Μετά την 25η επέτειο της Δημοκρατίας στη χώρα μου επέρχονται σημαντικές αλλαγές στη ζωή μου, μετά τη σύσσωμη βάφτισή μου -συμπεριλαμβανομένου και του κόμματός μου- από τον πολιτικό κόσμο της χώρας ως μουσουλμάνου βουλευτή. Προσέλαβα ιεροδιδάσκαλο, απόφοιτο ιερατικής σχολής Σαουδικής Αραβίας, για να μου διδάξει τη μουσουλμανική θρησκεία, την πεντάκις ημερησίως προσευχή, τη νηστεία, τις προσευχές, την τελετουργία, και όλα τα συναφή, διότι αν και 45 ετών μουσουλμάνος δεν τα εγνώριζα. Ενεγράφην στη λίστα των χατζήδων για την επόμενη περίοδο, για να επισκεφτώ τους ιερούς τόπους του Ισλάμ και να γίνω χατζής, και από δω και πέρα να λέγομαι Χατζή-Μουσταφά Μουσταφά. Παρήγγειλα σαρίκι με το οποίο θα κυκλοφορώ από δω και πέρα, και δεν θα το αποχωρίζομαι ούτε στη βουλή. Η νυν σύζυγός μου και οι κόρες μου, ως μειωμένης πίστης και αριστερές δεν αποδέχονται το φερετζέ. Υπόσχομαι οι επόμενες τρεις γυναίκες που θα παντρευτώ σαν πιστός μουσουλμάνος θα φορούν το φερετζέ και τα εξ αυτών τέκνα μου -καλή μου ώρα- θα είναι μουσουλμάνοι ή μουσουλμάνες με όλη τη σημασία της λέξης. Θα συμμαχήσω με αγαπητούς συναδέλφους βουλευτές για την τοποθέτηση της εικόνας του Ιησού στη Βουλή -γινόταν τότε συζήτηση για την τοποθέτηση της εικόνας- και την τοποθέτηση ενός μουσουλμανικού αραβουργήματος σε αναλογία ένα προς εκατό κάτω από την εικόνα του Χριστού. Ζήτησα, τέλος, ήδη από τη Διεύθυνση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του νομού Ροδόπης να μου αλλάξουν το απολυτήριο Δημοτικού που αναιδώς και ανιστορήτως γράφει ότι απεφοίτησα εν έτει 1967 από το Τουρκικό Δημοτικό Σχολείο του Μεγάλου Δουκάτου Ροδόπης.

(Από την ομιλία του Μουσταφά Μουσταφά, γιατρού μικροβιολόγου, πρώην βουλευτή Ροδόπης του ΣΥΝ, στην ημερίδα για τη μειονότητα της Θράκης που οργάνωσε στις 8/6/06 στην Αθήνα το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων και η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου).




ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Σεβαστή Τρουμπέτα
«Κατασκευάζοντας ταυτότητες για τους μουσουλμάνους της Θράκης. Το παράδειγμα των Πομάκων και των Τσιγγάνων»
(Σειρά μελετών ΚΕΜΟ, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2001)
Τεκμηριωμένη ανάλυση των μερίδων της μειονότητας που προσδιορίζονται (από άλλους) ως «Πομάκοι» και «Ρομά» ή «Τσιγγάνοι». Κριτική και ιστορική τοποθέτηση των όρων που χρησιμοποιούνται για τον ετεροπροσδιορισμό αυτών των ομάδων.

Γιώργος Μαυρομμάτης
«Τα παιδιά της Καλκάντζας»
(εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2004)
Το πρόβλημα της εκπαίδευσης στην Καλκάντζα (Ηφαιστο), έναν οικισμό γκέτο έξω από την Κομοτηνή, όπου ζουν 2000 περίπου τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι που οι άλλοι τους ονομάζουν Τσιγγάνους.

Ελληνική Εταιρεία Εθνολογίας
«Οι Ρομά στην Ελλάδα»
(Αθήνα 2002)
Συλλογή μελετών για τους Ρομά. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι (ακολουθώντας τη νέα επίσημη εθνική γραμμή) οι μελέτες που αναφέρονται στους Ρομά της Θράκης είναι γραμμένες από τους ίδιους που μελετούσαν έως πρότινος τους Πομάκους της ίδιας περιοχής.

Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Δικαιώµατα των Ροµά
Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συµφωνιών του Ελσίνκι
«Επιχειρήσεις Καθαριότητας. Ο αποκλεισµός των Ροµά στην Ελλάδα»
(Σειρά Εκθέσεων Χωρών No. 12, Απρίλιος 2003)


ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΤΕ

http://www.kemo.gr/
Ο δικτυακός τόπος του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, με ειδήσεις και αρθρογραφία.

http://www.paratiritis-news.gr/
Η εφημερίδα της Κομοτηνής «Παρατηρητής» με ψύχραιμες και ισορροπημένες αναλύσεις. Περιλαμβάνει και τμήμα στα τούρκικα και τα ρώσικα.

http://www.xronos.gr/
Η εφημερίδα που παραμένει στις αντιλήψεις της «αμοιβαιότητας» για τη μειονότητα.

ios ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 16/7/2006

rigelian είπε... @ 26 Σεπτεμβρίου 2007 - 2:38 μ.μ.

Αστεία πράγματα.
Αν είχαμε εκχριστιανίσει και εξελληνίσει όλους αυτούς εκεί πάνω, εκδιώκοντας όσους αντιστέκονται (και αφορμές γι αυτό είχαμε πολλές) δεν θα συζητούσαμε καν τώρα. Όπως κάναμε με την Ήπειρο και την Μακεδονία.

difrent είπε... @ 27 Σεπτεμβρίου 2007 - 9:03 π.μ.

«Ποιος Τούρκος και ποιος Γκιαούρης;»
26.09.2007
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΟΜΟΤΙΝΗΣ "ΧΡΟΝΟΣ"
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟ ΒΙΝΤΕΟ
«Ποιος Τούρκος και ποιος Γκιαούρης;»
Διάβασα την προεκλογική συνέντευξη του (συναδέλφου μου) μουσουλμάνου πολιτευτή της Νέας Δημοκρατίας στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα και τις δηλώσεις του περί του εθνικού αυτοπροσδιορισμού του, καθώς και την διαβεβαίωση του ότι θα αγωνισθεί για την αναγνώριση της «Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης». Παρακολούθησα, δυστυχώς στο διαδίκτυο και το βίντεο που κυκλοφόρησε η ίδια εφημερίδα με την συγκέντρωση της συγκεκριμένης παράνομης οργάνωσης, όπου τοποθετήθηκαν υπέρ του Τουρκισμού τους διάφοροι αγωνιούντες αυτοαποκαλούμενοι ηγέτες της μειονότητας, είτε θεολόγοι, είτε δημοσιογράφοι, είτε πολιτευτές. Διάβασα, επίσης και το έντυπο που κυκλοφόρησε ο μουσουλμάνος πολιτευτής και νυν βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, όπου τόσο στο εξώφυλλο όσο και στο περιεχόμενο του τονίζεται και πάλι, η απαραίτητη όπως αποδείχθηκε τελικά, τουρκική εθνική επικάλυψη της υποψηφιότητας του.
Προβληματίσθηκα γιατί σε καμία από αυτές τις έντυπες ή προφορικές τοποθετήσεις τους δεν διάβασα ούτε άκουσα, συγκεκριμένες δεσμεύσεις για προώθηση συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν τόσο στην μειονότητα όσο και στο σύνολο του πληθυσμού του νομού, συγκεκριμένες προγραμματικές δεσμεύσεις για το καλό του τόπου, καταγραφή προτεραιοτήτων που συμβάλλουν στην αναβάθμιση της ζωής των κατοίκων της περιοχής μουσουλμάνων και χριστιανών. Γιατί; Διότι οι επίδοξοι βουλευτές της μειονότητας ξεχνούν αυτό που καταμαρτυρούν στους άλλους! Ότι δεν είναι βουλευτές μόνο της μειονότητας, αλλά βουλευτές των Ελλήνων πολιτών, κατοίκων της περιοχής, χριστιανών και μουσουλμάνων. Αντίθετα διαπίστωσα την έκδηλη διάθεση προβολής ενός θρησκευτικού και εθνικού φανατισμού που οι παρούσες χρονικές συγκυρίες ουδόλως ευνοούν. Γιατί άραγε τόση αγωνία να προβάλλουν την τουρκική ταυτότητα τους; Γιατί τέτοιο ενοχλητικά, αυταρχικό ύφος; Μου δίνουν την αίσθηση σαν κάποιος να παρακολουθεί τις κινήσεις τους και βαθμολογεί τις τουρκικές τους κορώνες ωσάν καλούς μαθητές και έχουν την αγωνία να τους βάλει προβιβάσιμο βαθμό. Γιατί μία τέτοια τουρκικά, επενδεδυμένη προεκλογική εκστρατεία; Ποιον εξυπηρετεί αυτή η ιδιότυπη προσπάθεια από μέρους των συγκεκριμένων προσώπων – ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω μία αδόκιμη ίσως έκφραση - «ταλιμπανοποίησης» της εκλογική συμπεριφοράς της μειονότητας, υπό την έννοια της ταύτισης της θρησκευτικής με την εκλογική συνείδησης; Μήπως η μειονότητα ελέγχεται καλύτερα αν περιχαρακωθεί και αυτοπεριορισθεί, αν ομαδοποιηθεί με εθνικούς προσανατολισμούς;
Βλέπω λοιπόν όλους αυτούς τους κυρίους, αναγνωρίσιμα πρόσωπα της μειονότητας, να επιχειρούν να εμφανισθούν λίγο έως πολύ ως αυθεντικοί εκφραστές ενός λαού που βιώνει μία δυσάρεστη κατάσταση. Βέβαια είναι πάρα πολύ εύκολο για κάποιους σαν αυτούς, θα έλεγα συνιστά ιδιαίτερο προσόν να είσαι ήρωας όταν οι μάχες έχουν πια τελειώσει, όταν δεν υπάρχει πραγματικός εχθρός, αυτό σου δίνει μία αίγλη αντάρτη – πολεμιστή δίχως να σε εκθέτει στον παραμικρό κίνδυνο, δηλαδή ήρωας-ηγέτης εκ του ασφαλούς. Μου φαίνεται ότι αυτή η ίδια η επινόηση της αγχώδους προβολής του τουρκισμού αυτών των κυρίων και ο διαγκωνισμός τους σε εθνικιστικές κορώνες, τείνει να δημιουργήσει μία νέας μορφής καταπίεσης στο μουσουλμανικό στοιχείο από τους ίδιους αυτούς τους αυτοαποκαλούμενους «ηγέτες» της μειονότητας, αφού επιδιώκουν να επιβάλλουν την σιωπή στους ομόθρησκούς τους που τολμούν να αμφισβητήσουν πρόσωπα και πρακτικές, αυτούς που νιώθουν ότι είναι ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στον οικογενειακό κώδικα, στην ισότητα των δύο φύλων, στο δικαίωμα για αυτοπροσδιορισμό, όχι απαραίτητα εθνικό. Επιχειρούν να δημιουργήσουν όλοι αυτοί οι κύριοι, έναν ιδιόμορφο χριστιανικό ρατσισμό στους μουσουλμάνους συμπολίτες μας, αφού το να ανασύρεις χαρακτηρισμούς τύπου «γκιαούρηδες» στην Ελλάδα του 2007, μόνο ως προσπάθεια διασποράς αμοιβαίας διχόνοιας μπορεί να εκληφθεί, αφού πιθανότατα δοκιμάζει τα αντανακλαστικά του χριστιανικού στοιχείου που δέχεται τέτοιους λεκτικούς ερεθισμούς. Άκουσα κούφια λόγια χειραγωγούμενων εξημμένων που δρουν υπό το κράτος μίας περίεργης «συγκίνησης». Άκουσα δύο γλώσσες, μία τη γλώσσα του θύματος από αξιοσέβαστους-υποτίθεται- θεολόγους που κατέφθασαν για να ενοχοποιήσουν το χριστιανικό στοιχείο και να δαιμονοποιήσουν τους κακούς γκιαούρηδες με φράσεις αδιανόητες για θρησκευτικό λειτουργό όπως «ας ψηφίσουμε Τούρκο κι ας είναι ο χειρότερος» ή «ο Τούρκος μόνο με Τούρκο φίλος γίνεται - καμία ψήφος Τούρκου σε χριστιανό» και μία τη γλώσσα του «δήμιου» δημοσιογράφου που θέλει να μας εκφοβίσει, που προλέγει την εκλογική εκδίκηση της μειονότητας με συνθήματα τύπου «κατάρα στον Τούρκο που ψηφίζει χριστιανό» και προτρέπει να απομονωθούν κοινωνικά όσοι προτιμούν χριστιανούς υποψηφίους.
Ας μην κάνουμε λοιπόν ότι δεν καταλαβαίνουμε, ότι είμαστε κουφοί και τυφλοί…
Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, ένας Γάλλος συγγραφέας στο βιβλίο του με τίτλο «Η τυραννία της μεταμέλειας», «οι μειονότητες λόγω των αδικιών που υπέστησαν, απόκτησαν ένα προνόμιο να είναι ανεπιφύλακτα αυτάρεσκες, εγκαταλείπονται στην ευχαρίστηση της αδιατάρακτης συνείδησης, επιδεικνύουν θορυβώδικα την προσωπικότητα τους, υπερηφανεύονται που είναι αυτό που είναι, αυτοεξυμνούνται, δεν βλέπουν στον εαυτό τους το παραμικρό ελάττωμα, δεν αυτοαμφισβητούνται ποτέ, μερικές φορές μάλιστα, ξεφεύγουν και από τον κοινό για όλους νόμο (το να ζητούμε να δίνουμε εξετάσεις για την λήψη άδειας οδήγησης στην τουρκική γλώσσα όταν η επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η ελληνική, αλήθεια σε ποιο νόμο μπορεί να βρει βάση; Σε ποιο κράτος;). Η λογική της θυματοποίησης που εφαρμόζουν και επιβάλλουν αυτοί οι «φωτισμένοι» κύριοι στους συντοπίτες μας μουσουλμάνους, είναι ένα πρόσκαιρο βάλσαμο αλλά και μία πρόσθετη ταπείνωση, μία διλημματική υποδούλωση όπου επειδή δεν υπάρχει εχθρός, τον εφευρίσκουμε. Κι όμως θα ήταν φρόνιμο να μην συντηρούν αυτό το συναίσθημα με μία ολόκληρη ρητορική οικτιρμού, ας μην τροφοδοτούν τους ομόθρησκούς τους με επιχειρήματα που οξύνουν την αβεβαιότητα τους για το μέλλον και εντείνουν τα αισθήματα απομόνωσης, ενώ προκαλούν ψευδεπίγραφα διλήμματα και αδικαιολόγητα αισθήματα καταπίεσης.
Αυτή η τακτική τους έχει ήδη ξεκινήσει με την δημιουργία «σωματείων» με καταστατικό και με σκοπούς που κινούνται στην ίδια λογική με τους συγκεκριμένους πολιτευτές που όπως διάβασα σε εφημερίδες παλιότερα, καταδεικνύουν την εκπόνηση ενός συγκεκριμένου σχεδίου με στρατηγική και μεθοδικότητα, ενώ επιβεβαιώνεται η άποψη ότι κάποιοι κύριοι της μειονότητας θέλγονται ιδιαίτερα στην προοπτική ενός μακρόπνοου σχεδίου αποσταθεροποίησης της περιοχής.
Ας μην ξεχνούν όμως όλοι αυτοί, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης ως και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων πλην, όμως, η άσκηση των ελευθεριών τούτων, συνεπαγόμενη καθήκοντα και ευθύνες, δύναται να υπαχθεί σε ορισμένες διατυπώσεις, όρους και περιορισμούς που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μία δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων. Από τις διατάξεις αυτές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, συνάγεται ότι η δημόσια τάξη, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να θεμελιώσει θεμιτό περιορισμό των δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές.
Ως προς τα παραπάνω, η ελληνική δικαιοσύνη και η ελληνική πολιτεία οφείλει ένα ευχαριστώ σε όλους αυτούς τους αυτοαποκαλούμενους «ηγέτες» της μειονότητας που με τα λεγόμενα τους και τις ενέργειες τους, επιβεβαίωσαν το σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου για την «Τουρκική Ένωση Ξάνθης» και εφοδίασαν το ελληνικό οπλοστάσιο με τα κατάλληλα επιχειρήματα για την υποστήριξη της ελληνικής θέση και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Ως προς τον απόηχο αυτών των συμβάντων, πιστεύω ότι η κοινωνία μας ανθίσταται. Πιστεύω πως έχει την ωριμότητα να απορροφήσει τέτοιους κραδασμούς στο κοινωνικό της υπόβαθρο. Λίγη περισσότερη ενεργοποίηση των δημοκρατικών ευαισθησιών μας χρειάζεται για να καταδείξουμε σε όλους αυτούς τους κυρίους, ότι κάνουν λάθος. Ότι οι πραγματικοί φίλοι δεν έχουν εθνικά διακριτικά γνωρίσματα, ότι χριστιανοί και μουσουλμάνοι κάτοικοι μίας ευρωπαϊκής χώρας, συνυπάρχουν επί εκατοντάδες χρόνια, ότι βεβαίως και γίνονται φίλοι και χριστιανοί και μουσουλμάνοι, και τουρκογενείς και πομάκοι και ρόμ. Ατυχώς γι ‘ αυτούς τους κυρίους, οι εξελίξεις τους προσπέρασαν. Αν δεν αλλάξουν ιδέες, θα απομείνουν πλέον φαντάσματα του παρελθόντος, σκιές του παρασκηνίου που διεκδικούν με αγωνία ρόλο πρωταγωνιστή, ανασύροντας από το παρελθόν συνθήματα διχαστικά, γιατί μόνο με αυτά γίνονται διακριτοί, αναγνωρίσιμοι. Τα προβλήματα πλέον του λαού δεν έχουν χρώμα, δεν έχουν θρησκεία, δεν έχουν εθνικό χαρακτήρα. Υπάρχει οργανωμένο κράτος, υπάρχει έννομη τάξη, υπάρχουν νόμοι και κανόνες τους οποίους όλοι οφείλουν να σέβονται, υπάρχουν νόμιμοι μουφτήδες και νόμιμες οργανώσεις, υπάρχουν νόμιμες εκλογές όπου οι πολίτες πρέπει να εμπιστεύονται τους καλύτερους και τους αξιότερους για εκπροσώπους τους. Το να διεκδικείς την ψήφο του λαού, σε μία δημοκρατική κοινωνία, και την ίδια ώρα να δυναμιτίζεις την ευημερία και την κοινωνική ειρήνη της ίδιας της Πολιτείας που υποτίθεται σε πληρώνει αδρά για να συμβάλλεις με την βουλευτική σου ιδιότητα στην ιστορική μετεξέλιξη της, είναι τουλάχιστον απαράδεκτο. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι ανωτέρω εμπρηστικές φράσεις, έχουν και ποινικό ενδιαφέρον κατ’ άρθρο 192 ΠΚ.
Το μόνο δίλημμα που υπάρχει αυτή την στιγμή στην μειονότητα είναι ένα: Θα υιοθετήσει τις συγκεκριμένες πρακτικές αυτών των κυρίων που επιθυμούν να της προσδώσουν χαρακτηριστικά που δεν της ταιριάζουν, που θέλουν να την απομονώσουν και να την κρατήσουν μακριά από την μετεξέλιξη της κοινωνίας για να συντηρούν έτσι την δική τους ετερόφωτη παρουσία σε ρόλο πρωταγωνιστή, ή θα τους προσπεράσει; Διότι θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αν το εκλογικό αποτέλεσμα είναι τελικά προϊόν δικής της, ελεύθερης βούλησης.
Προσωπικά παρακολουθώ και διαβάζω με ενδιαφέρον τις δηλώσεις των συγκεκριμένων κυρίων. Τολμώ να πω ότι έτσι όπως μας πιέζουν να τους δούμε ως αντιπάλους, μας βοηθούν να παραμένουμε σε εγρήγορση, σε ετοιμότητα. Άλλωστε ο Θουκυδίδης είπε «Η έχθρα σας μας κάνει λιγότερο κακό από την φιλία σας» στην λογική ότι ο αντίπαλος μας βάζει στην αντιφατική κατάσταση να θέλουμε να τον αντιμετωπίσουμε με επιτυχία αλλά και να θέλουμε να τον διατηρήσουμε για να διαφυλάξουμε την ενεργητικότητα μας. Είναι ταυτόχρονα αντιπαθής και επιθυμητός.
Στέργιος Γιαλάογλου, δικηγόρος

tzonakos είπε... @ 27 Σεπτεμβρίου 2007 - 11:04 π.μ.

Το κόλπο των μουσουλμάνων που εκμεταλλεύονται στο έπακρο οι Τούρκοι είναι η ίδρυση και εγκατάσταση "μουσουλμανικών θυλάκων" όπως δηλαδη με το Κόσοβο και την Τσετσενία.
Αν αφήσουμε να γίνει το ίδιο μέσα σε ελληνικό έδαφος, την κάτσαμε τη βάρκα !

Και αυτά με τις μειονότητες να τ αφήσουν τα κόλπα όσοι ασχολούνται, γιατι αν αρχίσει ο καθένας να επιλέγει σε ποια μειονότητα ανήκει, καήκαμε.
Ν' αρχίσω να φωνάξω για θηβαϊκή μειονότητα μικρασιατών ;
Αν πάμε ετσι θα βρεθούμε διασπασμένοι σε 100 κομμάτια, περισσεύουμε βλέπετε ...

Παπαχατζης Παναγιωτης είπε... @ 27 Σεπτεμβρίου 2007 - 11:12 π.μ.

@tzonako
Δυστυχώς τους Πομάκους τους έχουμε χάσει. Σε αυτό φταίμε και εμείς και οι χειρισμοί των εκάστοτε κυβερνησεων...

makrjohn είπε... @ 30 Σεπτεμβρίου 2007 - 12:26 π.μ.

Μην κοροιδευομαστε με δηθεν διαφορετικα θρησκευματα. Αυτοι οι ανθρωποι ειναι Τουρκοι γιατι ΠΑΝΤΟΤΕ ηταν Τουρκοι. Εχουμε Τουρκους με περυτιλιγμα μουσουλμανους. Ας βοηθαγαμε και μεις τους Κωνσταντινουπολιτες το 65 οταν τους αναγκαζαν να φυγουν και τους υποδεχομασταν σαν Τουρκους. ΑΠΛΑ εχει αρχισεινα υπαγομαστε στην αναβιωμενη Οθωμανικη αυτοκρατορια και δεν εχουμε παρει ειδηση.

Δημοσίευση σχολίου